χυτρικός
χυτρικός, = χύτρινος, of earthenware
χυτρ-ικός, ή, όν,
- = χύτρινος, κέραμος Tab. Defix.Praef. p. ii (iv B. C.). (Perh. χ. κέραμος = χύτραι, cf. χύτρα I.3.)