Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χωνευτικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χωλότης
χωλόω
χώλωμα
χώλωσις
χῶμα
χωματεκβολεύς
χωματεκβολία
χωματεπείκτης
χωματεπιμελητής
χωματεπιστάτης
χωματεργολάβος
χωματίας
χωματίζομαι
χωματίζω
χωματικός
χωμάτιον
χωματισμός
χωματογραφία
χωματοφύλαξ
χὠμός
χῶν
Χών
χωνεία
χωνεῖον
Χῶνες
χώνευμα
χώνευσις
χωνευτήρ
χωνευτήριον
χωνευτής
χωνευτικός
χωνευτός
χωνεύω
χώνη
χὠνήρ
Χωνίδας
χωνίον
χώννυμι
χωννύω
χῶνον
χῶνος
χὦνπερ
χώομαι
χὠπ
χὤπη
χὠπόσοι
χὠπόσος
χὠπόταν
χὤπως
χώρα
Χωραζίν
χωράζω
χωράρχης
χωραρχία
Χωράσμιοι
χωράσμιος
χώραυλος
χωραφιαῖος
χωράφιον
χωρεπίσκοπος
χωρέω
…
χωνευτικός
Save
Pape
χωνευτικός
,
zum Schmelzen, Metallgießen gehörig, geschickt, Gloss
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}