Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χώρισμα
χώρισμα, a separated space
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Χωράσμιοι
χωράσμιος
χώραυλος
χωραφιαῖος
χωράφιον
χωρεπίσκοπος
χωρέω
χώρη
χωρηγητήρ
χώρημα
χωρημάτιον
χώρησις
χωρητέον
χωρήτης
χωρητικός
χωρητός
χωρί
χῶρι
χωριάζεσθαι
χωριάζω
χωριαμός
χωρίδιον
χωρίζω
χωρικός
χωρικῶς
χωρίον
χωριονόμος
χωρίς
χωρίσιμος
χώρισις
χώρισμα
χωρισμός
χωριστέον
χωριστέος
χωριστής
χωριστικός
χωριστός
χωριστῶς
χωρίτης
χωριτικός
χωριτικῶς
χωρῖτις
χωροβατέω
χωροβάτης
χωρογραφέω
χωρογραφία
χωρογραφικός
χωρογράφος
χωροθεσία
χωρομετρέω
χωρομέτρης
χωρομετρία
χωρονομέω
χωρονομικός
χῶρος
Χῶρος
χωροφιλέω
χωροφιλία
χωροφύλαξ
χωρυτός
χῶς
…
χώρισμα
Save
χώρισμα, a separated space
LSJ
χώρ-ισμα, ατος, τό,
a separated space,
Sch.B
Il.
5.137.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}