ψαθαρός Save LSJ Bailly 2024 Pape ψαθαρός, v. ψαθυρός. ψαθαρός, ά, όν [ψᾰ] c. ψαθυρός, Ion (Poll. 1, 177). ψαθαρός, = ψαδαρός, Hes.; Ion bei Poll. 10.177 vom νάρθηξ.