ἀγάνωρ
ἀγάνωρ, proud
ἀγάνωρ, v. ἀγήνωρ.
ἀγάνωρ, ορος, Pind. oft für ἀγήνωρ, [◡ – –].
ἀ˘γᾱνωρ
- 1proud (not of persons)
- a proud, magnificent ἀγάνορι μισθῷ P. 3.55 ἀγάνορα πλοῦτον P. 10.18 ἀγάνορα κόμπον μὴ φθονεραῖσι φέρειν γνώμαις I. 1.43
- b proud, spirited ἀγάνορος ἵππου O. 9.23 πεῖραν μὲν ἀγάνορα Φοινικοστόλων ἐγχέων ταύταν N. 9.28