Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγελάσκον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγειτόνευτος
ἀγείτων
ἀγέλα
Ἀγελάα
Ἀγελάδας
ἀγελαδόν
ἀγελάζομαι
ἀγελαιοκομική
ἀγελαιοκομικός
ἀγελαιοκόμος
ἀγελαιονομική
ἀγελαῖος
ἀγέλαιος
ἀγελαιοτροφία
ἀγελαιοτροφική
ἀγελαιοτροφικός
ἀγελαιοτρόφος
ἀγελαιών
Ἀγελάνωρ
ἀγέλαοι
ἀγελάοι
Ἀγέλαος
ἀγελαρχέω
ἀγελάρχης
ἀγελαρχία
Ἀγελαρχίδης
ἀγελαρχικός
ἀγέλαρχος
ἀγελάς
Ἀγέλας
ἀγελάσκον
ἀγέλασμα
ἀγελαστεί
ἀγελαστέω
ἀγελαστής
ἀγελαστί
ἀγελαστικός
ἀγέλαστος
ἀγελαστοῦ
ἀγελάτης
ἀγελεία
ἀγελείη
Ἀγέλεως
ἀγέλη
Ἀγέλη
ἀγεληδά
ἀγεληδόν
ἀγεληδῶς
ἀγέληθεν
ἀγεληΐς
ἀγεληκόμος
ἀγέλημα
Ἀγέλης
ἀγελήτης
ἀγελητρόφος
ἀγέληφι
ἀγελίζει
ἀγελίζω
ἀγελικός
ἀγελιμαῖος
Ἀγέλιος
…
ἀγελάσκον
Save
DGE
ἀγελάσκον·
ἄτιμον
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}