ἀεκήλιος
ἀεκήλιος, ον, for ἀεικέλιος, Il. 18.77. (Derived from ἀ- priv., ἕκηλος by Hdn.Gr. 2.106.)
terrible
ἔργα
ἀ·εκήλιος, ος, ον, inconvenant, indigne, injurieux, Il. 18, 77.
Étym. ἀ, ἕκηλος.
ἀεκήλιος, Hom. nur Il. 18.77 παθέειν τʼ ἀεκήλια ἔργα = ἀεικέλια ; vgl. Scholl. Aristonic. ἡ διπλῆ πρὸς τὴν συναλοιφήν, ὅτι ἀεκήλια ἐκληπτέον κατὰ ἀπόφασιν τοῦ ἑκήλου, ἐφʼ οἷς οὐχʼ οἷόν τε ἡσυχάζειν.
ἀεκήλιος
[app. = ἀεικέλιος.]
Baneful, baleful Il. 18.77.
ἀεκήλιος (ἀϝεκ.): unwelcome, ‘woful,’ ἔργα, Il. 18.77†.
ἀεκήλιος
= ἀεικέλιος, Il.