ἀκέντριστος Save ἀκέντριστος, stingless LSJ DGE ἀκέντ-ριστος, ον, = foreg. [ἀκέντητος] I, Hsch., EM 432.11. ἀκέντριστος -ον no aguijado, no domeñado Hsch.η 295, EM 432.11G.