ἀκίνινος Save ἀκίνινος, made of ἄκινος LSJ DGE ἀκίνινος, ον, made of ἄκινος, wild basil στέφανοι Ath. 15.680d. ἀκίνινος -ον de albahaca στέφανοι Ath.680d.