ἀκατάλλακτος
ἀκατάλλακτος, irreconcileable
ἀκατάλλακτος, ον,
- irreconcilable, Zaleuc. ap. Stob. 4.2.19, D.S. 12.20. Adv. -τως, πολεμεῖν D. 11.4; διακεῖσθαι πρός τινα Plb. 11.29.13; ἔχειν Ph. 1.507; μισεῖν ib. 479.
1 irreconciliable
ἐχθρός
ὀργή
2 adv. -ως irreconciliablemente
πολεμεῖν
πρὸς τοὺς αἰτίους ἀ. διακείμεθα
ἔχειν
ἀ·κατάλλακτος, ος, ον, irréconciliable, DS. 12, 20.
Étym. ἀ, καταλλάσσω.
ἀκατάλλακτος, unversöhnlich, ἐχθρός Zaleuc. Stob. Flor. 44.21 ; – ἀκαταλλάκτως πολεμεῖν Dem. 11.4.
ἀκατάλλακτος
καταλλάσσω
- irreconcileable:— adv. -τως, ἀκαταλλάκτως πολεμεῖν Dem.