ἀκρόθινα Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀκρόθινα, ων (τὰ) [ῑ] c. ἀκροθίνιον, Pd. O. 2, 4 ; 11, 59. ἀκρόθινα -ων, τά zie ἀκροθίνιον. ἀκρόθινα, [ῑ], τά, = ἀκροθίνια, Pind. Ol. 11.59, 2.4.