ἀλσοκόμος
ἀλσο-κόμος, ὁ,
- keeper of a grove or precinct Poll. 7.140.
plantador de árboles
οὔτε γὰρ ἀλσοκόμοι τινὲς τούτων γεγένηντο φυτουργοί
γηπόνους καὶ ἀλσοπόνους
ἀλσοκόμος, den Hain wartend, pflegend, Poll.