ἀμηχανοποιέομαι
ἀμηχανοποιέομαι, go awkwardly to work
ἀμηχᾰνο-ποιέομαι,
- go awkwardly to work, μηχανοποιέοντα ἀ. Hp. Fract. 30.
medic. aplicar mal férulas
μηχανοποιέοντα ἀμηχανοποιεῖσθαι
ἀμηχανο·ποιέομαι (seul. prés.) [χᾰ] faire maladroitement sa besogne, Hpc. 772c.
ἀμηχανοποιέομαι, Hippocr., ungeschickt zu Werke gehen.