ἀμπελοεργός Save LSJ Bailly 2024 ἀμπελο-εργός, ὁ, = ἀμπελουργός, AP 6.56 (Maced.). ἀμπελο·εργός, οῦ (ὁ) vigneron, Anth. 6, 56. Étym. ἀ. ἔργον.