ἀμπυκτήριον Save ἀμπυκτήριον, a horse’s head-band LSJ DGE Grieks Nederlands ἀμπῠκ-τήριον, τό, = foreg., S. OC 1069. ἀμπυκτήριον -ου, τό frontalera S.OC 1069, cf. Hsch. ἀμπυκτήριον -ου, τό [ἀμπυκτήρ] paardenhoofdstel.