ἀνίψαλος
ἀνίψαλος, unhurt
ἀνίψᾰλος, ον, (ἴπτομαι)
- unhurt, Stes.76 (v.l. ἀνίψανον).
indemne
παῖς
ἀνίψαλος, = ἀβλαβής, Cram. An. 1.205.
ἀνίψαλος, unhurt
indemne
παῖς