ἀναζωπύρωσις Save LSJ DGE ἀναζωπῠρ-ωσις, εως, ἡ, = ἀναζωπύρησις, Zos.Alch. p.211 B. ἀναζωπύρωσις -εως, ἡ regeneración por fuego, acrisolamiento de metales, Zos.Alch.p.211B.