ἀνακεκαλυμμένως
ἀνακεκαλυμμένως, openly
ἀνακεκᾰλυμμένως, Adv. pf. Pass.,
- openly, Hsch.
adv. abiertamente
ἀνακεκαλυμμένως εἰπών
ἀνακεκαλυμμένως, entüllt, Schol. Soph. O.R. 1413.
ἀνακεκαλυμμένως, openly
adv. abiertamente
ἀνακεκαλυμμένως εἰπών