ἀναμηρυκάομαι
ἀναμηρυκάομαι, to chew the cud
ἀναμηρυκ-άομαι or ἀναμᾱρ-,
- chew the cud, Ath. 9.390f, Luc. Gall. 8.
rumiar
τὴν τροφήν
τῇ μνήμῃ τὰ βεβρωμένα
ἀνα·μηρυκάομαι-ῶμαι [ῠ] Alex. mynd. (Ath. 390f) ; Luc. Gall. 8, ruminer.
ἀναμηρυκάομαι, [ῡ], wiederkäuen, Luc. Gall. 8 ; vgl. Alex.Mynd. Ath. 390f.
ἀναμηρυκάομαι
- to chew the cud, Luc.