ἀναπεφλασμένως Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀναπεφλασμένως, Adv. pf. part. Pass. of ἀναφλάω, q.v. ἀναπεφλασμένως, adv. d’ἀναπεφλασμένος, part. pf. pass. d’ἀναφλάω, Ar. Lys. 1099. ἀναπεφλασμένως, adv. von ἀναφλάω, Ar. Lys. 1099.