ἀναποτικός Save ἀναποτικός, absorbent LSJ Bailly 2024 ἀναποτικός, ή, όν, absorbent, Ptol. Tetr. 18. ἀναποτικός, ή, όν, qui absorbe, Ptol. Tetr. 18. Étym. ἀναπίνω.