ἀνασκαλεύω
ἀνασκαλεύω, scrape up
ἀνασκᾰλεύω,
- scrape up, Hsch., Zen. 1.27:—Med., clean out the ears, Pl.Com. 148.
- II metaph., ransack, τὴν ὅλην οἰκουμένην PMag.Par. 1.186.
I rascar, raspar Hsch.,
αἲξ τοῖς ποσίν
• fig.
ἀνασκαλούσης τῆς χάριτος ἐν ἐμοὶ τοὺς γνώσεως ἄνθρακας
• v. med. restregarse las orejas, Pl.Com.64B.
II usos fig.
1 agitar, excitar
ἀνασκαλεύσαντι τῷ πνεύματι τὸν λογισμόν
τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων τὴν μνήμην
2 arrasar
τὴν ὅλην οἰκουμένην
3 descubrir, desvelar
ἀνασκαλεύειν ἐπιστημόνως τὸ ἐν ἀρχῇ παραδεχθὲν εἰς ὄνησιν
ἀνα·σκαλεύω [κᾰ] déterrer en creusant, Plat. com. (Poll. 2, 83 conj.).
ἀνασκαλεύω, aufscharren, hervorsuchen, ausforschen. Sp., B.A. 392 ἀνακινέω, ἀναλογίζομαι. Bei Poll. 2.83 in Plat. com. von Meineke für ἀνασκάλλεται hergestellt.