ἀνερίνεος Save LSJ Pape ἀνερίνεος, ον, = foreg., Hermipp. 59 (s.v.l.). ἀνερίνεος, εἶ, Hermipp. bei Zenob. 2.23, ἐπὶ τῶν ἅπερ ἂν λάβωσι μὴ διακρατούντων, wahrsch. f.l. für ἀνερίναστος.