ἀνθήλιος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀνθήλιος, ον, = ἀντήλιος, q.v. ἀνθήλιος v. ἀντήλιος. ἀνθήλιος, v. ἀντήλιος. ἀνθήλιος, s. in der ion. Form ἀντήλιος.