ἀνθολκός
ἀνθ-ολκός, όν,
- = ἀντίρροπος, ἀ. καὶ κωλυσιεργά Iamb. Protr. 21.κβ.
que hace contrapeso, que hace de estorbo
ἀνθολκὰ καὶ κωλυσιεργὰ τοῦ φιλοσοφεῖν ... ἀσχολήματα
ἀνθολκός, ός, όν, qui distrait de, gén. Jambl. Protr. 356.
Étym. ἀνθέλκω.
ἀνθολκός, = ἀντίρροπος, Hesych.