ἀνθρακόεις
de carbón
ἐπ' ἀνθρακόεντι δέμας θερμαίνετο πυρσῷ
ἀνθρακόεις, όεσσα, όεν [ᾰκ] de charbon, Nonn. Jo. 18, 117.
Étym. ἄνθραξ.
ἀνθρακόεις, εσσα, εν, von Kohlen, πυρσός Nonn.
de carbón
ἐπ' ἀνθρακόεντι δέμας θερμαίνετο πυρσῷ