ἀντεπιχείρησις
ἀντεπιχείρησις, a counter-attack
ἀντεπι-χείρησις, εως, ἡ,
- a counter-attack, D.H. 9.14.
contraataque
ἀντεπιχείρησιν κατὰ τοῦ ἀντιπάλου ποιήσασθαι
ἀντ·επιχείρησις, εως (ἡ) contre-attaque ; fig. argument contraire, DH. 9, 14.
Étym. ἀντεπιχειρέω.
ἀντεπιχείρησις, ἡ, Gegenangriff, Sp., wie Dion.Hal. 9.14.