ἀντικαταθνῄσκω
ἀντικαταθνῄσκω, to die in turn
ἀντικατα-θνῄσκω, aor.2 -έθανον,
- die or be slain in turn, τοὺς κτανόντας ἀντικατθανεῖν A. Ch. 144.
morir a su vez
λέγω ... τοὺς κτανόντας ἀντικατθανεῖν
ἀντι·καταθνῄσκω (ao. 2 inf. poét. ἀντικατθανεῖν) mourir à son tour.
Étym. v. le suiv.
ἀντικαταθνῄσκω
- to die or be slain in turn, Aesch.