ἀντικράζω
ἀντικράζω, to shout in return
ἀντικράζω, pf. ἀντικέκραγα,
- to shout in return, πολλὰ βλάσφημά τισι J. BJ 6.2.3.
gritar a su vez
πολλὰ βλάσφημα τοῖς αὐτομόλοις
ἀντικράζω, (κράζω), dagegen schreien, Jos.