ἀντισπουδάζω
ἀντισπουδάζω,
- = ἀντισπεύδω, τινί D.C. 40.55.
oponerse
αὐτῷ
ἀντι·σπουδάζω (ao. ἀντεσπούδασα) s’opposer vivement à, dat. DC. 40, 55.
ἀντισπουδάζω, mit Eifer entgegenwirken, D.Cass.