ἀντιφιλονικέω
ἀντιφιλονικέω, strive against
ἀντιφῐλο-νικέω, ἀντιφιλονεικέω
- strive jealously against, πρὸς πάντα Plb. 3.103.7; τῇ συγκλήτῳ 32.3.16: abs., J. AJ 2.9.1. [on νεικ- vs. νικ- see φιλονικέω entry]
oponerse
πρὸς πάντα
τῇ συγκλήτῳ
αὐτῷ