ἀπανθρωπίζομαι
ἀπανθρωπίζομαι, become a man
ἀπανθρωπ-ίζομαι,
- become a man, opp. a beast, Herm. ap. Stob. 1.49.69.
hacerse hombre
ὅσα δὲ πλείονος μὲν πυρός, ὀλίγου δὲ πνεύματος, ὕδατος δὲ καὶ γῆς ἴσης (κεκοινώνηκε), ταῦτα ἀπηνθρώπισται
ἀπ·ανθρωπίζομαι, devenir homme, Herm. (Stob. Ecl. 1, 1096).