ἀποκίδναμαι
ἀποκίδναμαι, spread abroad from
ἀποκίδνᾰμαι,
- spread abroad from a place, A.R. 4.133, Arat. 735, D.P. 48.
extenderse a partir de un punto
πρώτη ἀποκίδναται αὐτόθεν αὐγή
ἱερὴ δ' ἀποκίδναται ὀδμή
ἀπο·κίδναμαι, c. ἀποσκεδάννυμαι, A. Rh. 4, 133 ; Arat. 735.