ἀποστάλαγμα
ἀποστάλ-αγμα [τᾰ], ατος, τό,
- = ἀπόσταγμα, αἰγείρων Scymn. 397.
destilación, goteo, pringue
διαυγὲς αἰγείρων ἀ. τι
γάλακτος
ἀποστάλαγμα, ατος (τὸ) [τᾰ] c. ἀπόσταγμα, Scymn. 397.
Étym. ἀποσταλάζω.
ἀποστάλαγμα, τό, = ἀπόσταγμα, Schol. Ar. Pax 1184.