ἀπροσδέητος
ἀπροσδέητος, without want of more, self-sufficient
ἀπροσ-δέητος, ον,
- = foreg., Plb. 21.23.4; διδασκαλίας Phld. Rh. 1.194 S.
que no necesita de de pers., c. gen.
μὴ ... πεφροντικέναι ἀπροσδέητον ἑτέρων γενέσθαι
no haber reflexionado que él no ha de necesitar de los otrosὑμᾶς δὲ πάντων τούτων ἀπροσδεήτους (οἱ θεοὶ) πεποιήκασι
ἀπροσδε[ήτ]ους εἶναι τῆ[ς ἀ]φ' ἑαυτῶν διδασκαλίας
ἀπροσδέητος εἶ παρακλήσεως
tu no necesitas exhortaciónπαντὸς καὶ λόγου καὶ ἔργου
• abs.
ὑπὲρ ὧν ἐσήμαινες πέμψαι γεωργῶν ἀπροσδέητοί ἐσμεν
respecto a los agricultores que dijiste que ibas a enviarnos, no los necesitamos
ἀ·προσδέητος, ος, ον, c. le préc. Pol. 22, 6, 4.
Étym. ἀ, προσδέω.
ἀπροσδέητος, nicht dazu bedürfend, τινός Pol. 22.6.