ἀπροφώνητος
ἀπροφώνητος, not announced beforehand
ἀπρο-φώνητος, ον,
- not announced beforehand, Sch. Od. 4.727.
no anunciado de antemano
διὰ τὸ αἰφνίδιον γὰρ καὶ ἀπροφώνητον τῆς ἐξόδου ὡς ἀπολωλότα αὐτὸν θρηνεῖ
ἀπροφώνητος, s. ἀπρόφατος.