ἀπόπρισμα
ἀπόπρισμα, shavings
ἀπό-πρισμα, ατος, τό,
- shavings, prob. l. Arist. Mir. 841a16.
raedura, raspadura Arist.Mir.841a16 (cj.),
θυ]ίνων ἀποπρισμάτων
ἀπόπρισμα, v. ἀπόπτισμα.
ἀπόπρισμα, τό, das Abgesägte, Sägespäne, Conj. für ἀπόπτισμα.