ἀρκάριος
ἀρκάριος, arcarius
ἀρκάριος, ὁ, =
- arcarius, POxy. 126.15 (vi A. D.).
lat. arcarius, tesorero
ἀρκάρις ἀργενταρίων
οἱ ἀρκάριοι τῆς ἁγιωτάτης μεγάλης ἐκκλησίας
ἀρκάριος ὁ θησαυροφύλαξ
• recaudador del fisco imperial
τὰ ... καταβαλλόμενα τῷ ... ἀρκαρικαρίῳ (sic) ἤτοι ἐμβολάτορι