ἀρρύπαρος
1 limpio, puro
γλῶσσα
• fig.
εἰς δὲ δευτέραν ἡμέραν ὁ γάμος ἀρρυπαρότερος
2 adv. -ως sin mancha
υἱὸν ἀνθρώπου, ἐκ τῆς Παρθένου προελθόντα ... ἀ.
ἀ·ρρύπαρος, ος, ον [ῠᾰ] non souillé, Naz. 2, 421 Migne.
Étym. ἀ, ῥυπαρός.
ἀρρύπαρος, nicht schmutzig, rein, Sp.