ἀρώσιμος
ἀρώσιμος [ᾰ], ον, poet. for ἀρόσιμος (q. v.), S. Ant. 569.
ἀρώσιμος, ος, ον, c. ἀρόσιμος, Soph. Ant. 569.
ἀρώσιμος, p. = ἀρόσιμος, γύαι Soph. Ant. 565.
ἀρώσιμος
- poet. for ἀρόσιμος