ἀσαρκώδης
ἀσαρκώδης, lean, meagre-looking
ἀσαρκ-ώδης, ες,
- lean, meagre-looking, Aret. SD 1.8.
de aspecto magro, sin carne
ἄρθρα
ἀσαρκώδης, ης, ες, maigre d’aspect, Arét.
Étym. ἄσαρκος, -ωδης.
ἀσαρκώδης, ες, von magerem Aussehen.