ἀστεροπληθής
ἀστεροπληθής, full of stars
ἀστερο-πληθής, ές,
- full of stars, Orac. ap. Eus. PE 5.8.
lleno de estrellas
ἠέριον μέγα φέγγος ἀπείριτον ἀστεροπληθές
ἀστερο·πληθής, ής, ές, rempli d’étoiles, Oracl. (Eus. P.E. 193).
Étym. ἀστήρ, πλῆθος.
ἀστεροπληθής, ές, von Sternen erfüllt, Euseb.