ἀσυνουσίαστος Save DGE Bailly 2024 Pape ἀσυνουσίαστος -ον solitario ἀκοινώνητός εἰμι καὶ ἀ. Chrys.Sac.6.12.58. ἀ·συνουσίαστος, ος, ον, sans compagnon, insociable, Chrys. Étym. ἀ, συνουσιάζω. ἀσυνουσίαστος, ohne Gemeinschaft, ohne Umgang, Sp.