ἀτεχνολόγητος Save DGE Bailly 2024 ἀτεχνολόγητος -ον no artificioso ἁπλῆ καὶ ἀ. τοῦ πνεύματος διδασκαλία Basil.M.32.76C, τοῦ θεοῦ δύναμις Gr.Nyss.Bapt.Chr.p.227. ἀ·τεχνολόγητος, ος, ον, dit sans art, c. à d. simplement, Nyss. Étym. ἀ, τεχνολογέω.