ἀχυρηγέω
ἀχυρηγέω, carry chaff
ἀχῠρ-ηγέω,
- carry chaff, BGU 698.22 (ii A. D.), 14 iii 17 (iii A. D.).
transportar salvado o paja
ὀνηλάτῃ σιτηγοῦντι καὶ τῷ ἀχυρηγοῦντι
ἀχυρηγῶν ὄνος