ἀψηφοφόρητος
ἀψηφοφόρητος, not having yet voted
ἀψηφοφόρητος, ον,
- not having yet voted, Plb. 6.14.7.
que no ha votado
κἂν ἔτι μία λείπηται φύλη ... ἀ.
ἀ·ψηφοφόρητος, ος, ον, qui n’a pas encore porté son suffrage, Pol. 6, 14, 7.
Étym. ἀ, ψηφοφορέω.
ἀψηφοφόρητος, der seine Stimme noch nicht abgegeben hat, Pol. 6.14.