ἁγνοπόλος
ἁγνοπόλος, making pure
ἁγνο-πόλος, ον, (qṷel-, cf. τελέω) making pure, Δημήτηρ Orph. H. 18.12, A. 38.
ἁγνο·πόλος, ος, ον :
1 pur, Orph. H. 18, 12 ||
2 qui purifie, Orph. Arg. 38.
Étym. ἁγνός, πολέω.
ἁγνοπόλος, Orph., = ἁγνός, Δημήτηρ Hym. 18.12 ; καθαρμός, rein machend, Arg. 38.