ἁμίλλημα
ἁμίλλημα, a conflict
ἁμίλλ-ημα, ατος, τό,
- conflict, struggle, S. El. 493; καθʼ ἁμιλλάματα πρᾶτος CIG 5149b (Cyrene).
afán
ἄλεκτρ', ἄνυμφα ... γάμων ἁμιλλήμαθ'
• esfuerzo
καθ' ἁμ[ι]λλά[μ]ατα [π]ρᾶτος Ἀντωνῖνος
ἁμίλλημα, ατος (τὸ) [ᾰμ] lutte, Soph. El. 493.
Étym. ἁμιλλάομαι.
ἁμίλλημα, τό, ἁμιλλήματα γάμων, Kampf der Vermählung, Soph. El. 489 ch., euphem. für Beischlaf.
ἁμίλλημα
ἁμιλλάομαι
- a conflict, v. ἄλεκτρος.