ἁρπαστικός
ἁρπαστικός, rapacious
ἁρπᾰσ-τικός, ή, όν,
- rapacious, like birds of prey, Arist. Phgn. 813a19; κέρδους Phld. Oec. p.69 J.
rapaz
οἱ εὐκινήτους τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχοντες ὀξεῖς, ἁρπαστικοί
κέρδους ἁ.
ἁρπαστικός, ή, όν, rapace, Arstt. Physiogn. 6, 47.
ἁρπαστικός, räuberisch, Arist. Physiogn. 6.47.