About Report a problem

Menu

ἄεπτος

ἄεπτος, ον, (ἕπομαι)
  • v.l. for ἀέλπτοις in A. Ag. 141 (Sch. Med. τοῖς ἕπεσθαι τοῖς γονεῦσι μὴ δυναμένοις).
    • II (ἔπος), = ἄρρητος, v.l. for ἄαπτος, q.v.

Saved

Recent